Καθρέπτες με χρώματα

Οι αντανακλάσεις δύο περιστρεφόμενων κυκλικών διαφανειών μέσα στο σκοτάδι κάπου εκεί, μακρυά, μέσα στο άγνωστο βάθος. Η μία διαφάνεια δίπλα στην άλλη να περιστρέφονται και το εφέ καθρέπτη σε συνάντηση με τα μάτια μου – χτυπά τις πόρτες της εξωτερικής μεμβράνης των ματιών μου και μοιάζει με ένα περίεργο γαργαλητό που εισχωρεί σε όλο μου το σώμα – ένα ακόμη ξαπλωμένο σώμα. Έχω μάλλον σχεδόν υπνωτιστεί από αυτό το καθρέπτισμα – τόσο που τα λεπτά, η ώρα ολόκληρη, θα περνούν δίχως καμία αντίληψή τους. Εάν το πέρασμα του χρόνο πράγματι αληθεύει δηλαδή. Χάνομαι στο καθρέπτισμα που παίζεται εκεί απέναντι, μακρυά, μέσα στο άγνωστο μαύρο: Είναι το χάσιμο μέσα στην άβυσσο της παρακολούθησης.

Τα ραντεβού μου με τις περιστρεφόμενες αυτές κυκλικές διαφάνειες σε επαναλήψεις καιρό τώρα. Ξαπλωμένη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο – δωμάτιο κουτί – με ξερά χείλη. Στην αρχή, είχα εντοπίσει μονάχα τον ένα περιστρεφόμενο δίσκο και καθώς στριφογύριζε, μου μαρτύρισε ένα απέραντο φάσμα χρωματισμών – όλους τους πιθανούς χρωματικούς συνδυασμούς μέσα από αυτή τη διαδικασία καθρεπτίσματος: Σα λέπια από ψάρι που αλλάζουν χρώματα μέσα στο νερό, όταν πέφτει απάνω τους το φως του ήλιου.

Αυτό είναι λοιπόν!

Βρισκόμουν τελικά κάπου βαθιά, μέσα στον πάτο της θάλασσας. Πολύ πιθανό να ήμουν και εγώ ένα ψάρι περαστικό από φύκια και υποβρύχιες βραχοσκαλωσιές. Μα ποιό ψάρι παρακολουθεί τα λέπια των άλλων ψαριών;

Κίτρινες, μπλε αντανακλάσεις και τα λέπια να χορεύουν – αυτά τα χρώματα για τον πρώτο περιστρεφόμενο δίσκο που μου εμφανίστηκε. Ο επόμενος παραδίπλα, θα έκανε την εμφάνιση του σε πράσινο και βιολετί.

Αργότερα, όταν θα αποφασίσω να εγκαταλείψω το βυθό της θάλασσας, θα φροντίσω για τεχνητό φως μέσα στο κουτί μου, θα σηκωθώ στα δύο μου πόδια, όπου θα ανακαλύψω μάλλον ότι τελικά δεν είμαι ένα ψάρι με λέπια. Είμαι και εγώ από αυτά που συχνά μ’αρέσει να αποκαλώ ως “δίποδα”. Ναι. Είμαι ένα δίποδο. Ξέρω ότι τα υπόλοιπα δίποδα δε θα με πιστέψουν όταν τους πω ότι ήμουν για λίγο ή και για πολύ ένα ψάρι με πολύχρωμα λέπια. Ίσως να μη θέλουν να φανταστούν πώς είναι να είσαι κάτι άλλος εκτός από ένα δίποδο.

Σίγουρα με μεταμόρφωσα σε πλάσμα με πτερύγια και στρογγυλό στόμα, για να πιστεύω ότι η φυγή θα ᾽ναι ευκολότερη. Έτσι τουλάχιστον σκεπτόμουν, όπως βρίσκω μήνες πολλούς μετέπειτα, ζώντας τότε μεν σε μιά πόλη μπουκωμένη από υγρασία, κρυάδα και μουντάδα, αρκετά μονδέρνα και κουλ δε. Με πτερύγια, στρογγυλό στόμα για έξτρα οξυγόνωση και κρυφό ασθμαίνοντας – έτσι έμοιαζε η φαντασίωση της φυγής. Φυγή για λύπηση. Ή ο καλός παρηγορητής θα ψιθύριζε καλοπροαίρετα φυγή γεμάτη φαντασία. Μα τί ευφάνταστη μπορεί να γίνει σε κάποιους η θλίψη και πώς αλλάζει μονομιάς με τη προσθήκη κωμικών στοιχείων!

Αληθεύει ότι για πόσες ώρες που δε γνωρίζω, είχα χαθεί μέσα σε ᾽κείνο το κουτί – το πρώτο κουτί φιλοξενίας ήτανε αυτό – και ελάμβανε χώρα μία παράξενη μεταποίηση αντικειμένων εντός και εκτός του κουτιού. Περίεργες μεταποιήσεις απεσταλμένες μυροφόρες μιας αρρωστημένης θλίψης. Αυτές μετά από πολλές ώρες και όταν βράδιαζε – έτσι ώστε να αρχίσουνε οι σκιές να παίζουνε μες το σκοτάδι – αρχίζανε να κλωσσούνε νέες παράξενες εικόνες που από βαθιά μαυρισμένες, εγινόντανε παράξενα γλυκές, υπέρμετρα χαρωπές και σίγουρα πέρα για πέρα φανταστικές, ναι σουρεαλιστικές θα τις χαρακτήριζανε μερικοί κιόλας. Βλέπετε, οι δίσκοι που ξεκινήσανε σα δίσκοι, είχανε την κατάληξη τους στο μπάτο των υδάτων και της αλμύρας ως ψάρια σε πολλαπλούς χρωματισμούς.

Ύστερα, αυτά τα ψάρια, το βράδυ θα παίζανε αναμεταξύ τους ανέμελα χίλια δυό παιχνίδια του βυθού. Έτσι θα διασκέδαζαν τον σκέπτη και δημιουργό τους, ο οποίος θα είχε καταπέσει στη βαθύτερη μελαγχολία, που όμως αυτή είναι γλυκύτερη και προτιμότερη από την αβάσταχτη θλίψη που έρχεται και στέκεται σαν διαβολεμένο βαρίδιο απάνω στο μικρό στηθάκι, ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια αναπνοής. Όχι μόνο θα παίζανε τα χρωματιστά ψάρια αναμεταξύ τους, αλλά και θα τηγανιζότανε για άγνωστους χρόνους, αναδύοντας οσμές σε χρώματα. Στο τέλος κανένας δε θα τα φάγωνε. Θα γύριζαν εκ νέου μέσα στα ύδατα και τραγουδώντας στίχους που ποτέ δε θα φανταζότανε κανείς ότι μπορούσανε τα ψάρια να τραγουδούνε, θα περνούσανε από κρυφά υπόγεια περάσματα σκορπώντας τα χρώματα τους, ανάμεσα από βράχια και φύκια, πετραδάκια και κογχύλια.

Θέλω να πω δηλαδή, εκείνα τα συνεχόμενα μεταίχμια που λαμβάνουνε χώρα μέσα σε τρομερή σιγή και άγνωστη σε χρόνους μοναχική παρατήρηση, κρύβουνε μέσα τους στ´αλήθεια το πιο υπέροχο μυστικό. Μα και το πιο φρικιαστικό στ᾽αλήθεια, ιδιαίτερα τη στιγμή θέασης και αποκάλυψης του. Παρατηρητής των ίδιων σου των μυστικών, δηλαδή άγνωστων έως εκείνο το σημείο δυνατοτήτων – ένα ακούραστο σπρωχτήρι παραγωγής σκέψεων και εικόνων, μπρος – πίσω, πέρα δώθε, προς όλες τις κατευθύνσεις. Σπρωχτήρια, πύλες των μεταιχμίων.

Ο καθρέπτης έπαιξε τα πιο φανταστικά χρώματα μέσα σε περίοδο καταχνιάς και ασφυξίας, μέσα σε χώρο θολωμένο από την υγρασία και τη μουντάδα. Ήτανε θαρρείς εκείνο το είδος νου που δε γνώριζε πια αν είχε την υγειά του ή είχε αποφασίσει να ενταχθεί στην όποια αρρώστια. Ήταν εκείνος ο νους που πατούσε σε μία ενδιάμεση γραμμή – μεταιχμιακή. Έκαμε ακροβατικά απάνω σε σκοινί, σε συχνότατες αμφιταλαντεύσεις κ᾽ασκήσεις ισορροπίας και προτού πέσει, γύριζε τη σκηνή που όλοι θα έβλεπαν σε εύθυμη κωμωδία. Όμως ο καθρέπτης, όπως προαναφέρθηκε, έκαμε την αρχή του σε σκοτεινά περιβάλλοντα.

Συχνά με βάζει στο ερώτημα, τί χρώματα θα έδινε σε χώρο εξαρχής χαρωπό και ιδανικό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s